« Vianello Edoardo. O Mio Signore. | Η μεγάλη μέρα. »

Ένα κορίτσι στην πυρκαγιά του δειλινού..!

Μαυρόπουλος  Χρίστος.

 

Ένα  κορίτσι  στην  πυρκαγιά  του  δειλινού...!

Χρονογράφημα.

Το  αυγουστιάτικο  μελτεμάκι,

Ίσα  που  ανάσαινε  και  μια  λούνα  απ' τα  μαλλιά  της  χάϊδεψε  το  σταρόχρωμο  πρόσωπό  της. Σήκωσε  με  χάρη  το  χέρι  της, και  πάσχισε  να  βάνει  τάξη  στο  ξανθοχείμαρρο  των  μαλλιών  της.

Παιχνίδισε  το  υπόλευκο  φόρεμά  της  σε  τούτη  την  κίνηση, και  μια  αχνη  καμπύλη  φάνηκε  κοντά  εκεί  στη  μέση  της  να  πάλλεται  για  λίγο, μα  τόσο  λίγο, όσο  κρατάει  ένα  δειλό  φιλί.

 

Ο  ήλιος  την  διαπερνούσε ολάκερη  έτσι  πως  έστεκε  λουλούδι-θαρρείς-φλογισμένο  στην  πυρκαγιά  του  δειλινού. Ασάλευτη, ακόμα  κι  όταν  ξανάρθε  εκείνη  η  αλμυρή  της  θάλασσας  ανασαιμιά, κι  έριξε  στο  πλάϊ  τη  λεπτή  τιράντα  του  φορέματός  της, αφήνοντας  τον  αλαβάστρινο  ώμο  της  γυμνό!

 

Μονομιάς  ταράχτηκαν  στη  θωριά  της  οι  πέτρες  στο  μικρό  λιμανάκι  του  Ρεθύμνου, κι  ο  παλιός  από  χρόνια  σβηστός  βενετσιάνικος  φάρος, σα  να  αστραποβόλησε  για  μια  στιγμή. Το  λεπτό  της  χέρι  κινήθηκε  ξανά  κι  αφού  ανασήκωσε  τη  γερμένη  τιράντα  της, ακούμπησε  ανάλαφρα  την  απαλάμη  της, στο  κρύο  κορμί  μιας  παλιάς  πειρατικής  μπομπάρδας, που  καμάρωνε  πάνω  στις  πέτρες  στραμένη  προς  το  πέλαγος.

Ω  θεοί  του  ήλιου  και  των  λουλουδιών. Της  θάλασσας  αγέρηδες  κι  αφεντάδες, μετρήστε  τώρα  εσείς  το  σεισμό  στο  κορμί  του  παλιού, σκουριασμένου  κανονιού! Το  σεισμό  απ' ετούτο  το  λεπτό  άγγιγμα  του  χεριού  της.

Ήταν  αλλιώτικο  το  άγγιγμα  ετούτο. Όχι  σαν  αυτό  των  ψαράδων  όταν  πάνω  που  δέναν  τους  κάβους  των  καϊκιών  τους. Μα  μήτε  και  σαν  των  παιδιών  τα  χέρια  που  ψαχουλεύαν  των  καϊκιών  τα  βαθουλώματα  και  τις  πληγές, με  τα  περίεργα  κι  επίμονα  δάχτυλά  τους.

Όχι. Τούτο  το  άγγιγμα  ήταν  ανάλαφρο. Ήταν  αγέρινο, ζεστό ...;

 

Και  το  ξανθόμαλλο  κορίτσι, συνέχιζε  να  στέκει  εκεί, δίπλα  στη  μπομπάρδα  ασάλευτο, σιωπηλό, μαρμαρωμένο, αγναντεύοντας  μια  την  όμορφη  πόλη  του  Ρεθύμνου, και  μια  τον  ολόγυμνο  ήλιο  που  βουτούσε  αγάλι-αγάλι  στο  βαθύ  το  πέλαγος.

Σε  λίγες  ώρες  έφευγε ...;

Έφευγε  για  τη  μακρινή  πατρίδα  της  στο  βοριά, λουσμένη  στα  βαθυγάλαζα  νερά  της  Ρεθυμνιώτικης  θάλασσας, συναιπαρμένη, εκμηδενισμένη  απόναν  έρωτα  καλοκαιρινό  κάποιο  βράδυ  στην  αστρόφεγγη  νύχτα, και  μ' ένα  σταρένιο, ωραίο  χρώμα  στο  κορμί, και  στην  καρδιά  της, που  σίγουρα  θ' αργούσε  να  ξεβάψει ...;

 

Κοίταξε  το  ρολόϊ  της  μ' ένα  σκούρο  θάμπος  στα  γαλάζια  της  μάτια, κι  απομακρύνθηκε  μ' ανάλαφρη  περπατησιά  μέσα  στο  σούρουπο!

Οι  διακοπές  είχαν  τελειώσει ...;

Γραμμένο  στο  Ρέθυμνο  το  2004.

Το σχόλιο σας

Έχετε λογαριασμό στο Pathfinder;

Δέν επιτρέπεται η χρήση HTML tags για τα σχόλια αυτού του blog